Σε τροχιά εκκίνησης μπαίνει η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, μετά το πολιτικό σήμα που έδωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ανοίγοντας έναν κύκλο θεσμικής συζήτησης με ορίζοντα τις εθνικές εκλογές. Το Σύνταγμα προβλέπει μια αυστηρά διφασική διαδικασία: η σημερινή Βουλή αποφασίζει ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν, ενώ η επόμενη θα καθορίσει το περιεχόμενό τους.
Στην παρούσα, προαναθεωρητική Βουλή, οι προτάσεις πρέπει να κατατεθούν με υπογραφές τουλάχιστον 50 βουλευτών και να τεθούν σε δύο ονομαστικές ψηφοφορίες με απόσταση ενός μήνα. Όσα άρθρα συγκεντρώσουν τουλάχιστον 151 ψήφους και στις δύο ψηφοφορίες «περνούν» στην επόμενη φάση, ενώ ο αριθμός των ψήφων που θα λάβουν τώρα καθορίζει και το όριο της τελικής έγκρισης μετά τις εκλογές.
Ακολουθούν οι εθνικές κάλπες και η συγκρότηση της αναθεωρητικής Βουλής. Εκεί, νέα επιτροπή επεξεργάζεται το ακριβές περιεχόμενο των άρθρων που έχουν ήδη επιλεγεί και τα φέρνει στην Ολομέλεια για τελική ψήφιση. Αν ένα άρθρο είχε εγκριθεί με 180 ψήφους στην πρώτη φάση, αρκούν 151 στη δεύτερη· αν είχε περάσει με απλή πλειοψηφία, απαιτούνται 180.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί το ενδεχόμενο πολιτικής αστάθειας μετά τις εκλογές και η λεγόμενη «Βουλή της μίας ημέρας». Συνταγματολόγοι εκφράζουν προβληματισμό για το αν μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μπλοκάρει τη διαδικασία, με κυβερνητικές πηγές να απαντούν ότι, βάσει νομολογίας, μια Βουλή που διαλύεται άμεσα δεν θεωρείται κανονική σύνοδος.
Σε κάθε περίπτωση, η αναθεώρηση αναμένεται να αποτελέσει κεντρικό πολιτικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου, καθώς τα κόμματα καλούνται να τοποθετηθούν ανοιχτά σε κρίσιμα θεσμικά ζητήματα και οι πολίτες να κρίνουν τις προτάσεις τους στην κάλπη.






