Μια ιδιαίτερη μέθοδο νομιμοποίησης παράνομων εσόδων, με τη χρησιμοποίηση εταιρειών κοινής ωφέλειας χωρίς τη γνώση τους, εντόπισε η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν γίνει γνωστά, φυσικά πρόσωπα φέρονται να κατέβαλλαν πολύ μεγαλύτερα ποσά από τις πραγματικές οφειλές τους σε λογαριασμούς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Με τις πληρωμές αυτές δημιουργούνταν μεγάλα πιστωτικά υπόλοιπα. Στη συνέχεια οι πελάτες ζητούσαν την επιστροφή των επιπλέον χρημάτων, υποστηρίζοντας ότι είχαν καταβληθεί κατά λάθος.
Τα ποσά επιστρέφονταν σε τραπεζικούς λογαριασμούς, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις ήταν διαφορετικοί από εκείνους που είχαν χρησιμοποιηθεί για την αρχική πληρωμή.
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την Αρχή, επιχειρούνταν να δοθεί νομιμοφάνεια σε κεφάλαια ύποπτης ή παράνομης προέλευσης, καθώς τα χρήματα εμφανίζονταν πλέον ως επιστροφές από εταιρείες παροχής υπηρεσιών.
Οι κινήσεις που προκάλεσαν υποψίες
Μεταξύ των στοιχείων που κινητοποίησαν τους ελεγκτικούς μηχανισμούς ήταν οι επανειλημμένες πληρωμές χωρίς αντίστοιχη οφειλή, τα δυσανάλογα μεγάλα ποσά, η δημιουργία υψηλών πιστωτικών υπολοίπων και τα συχνά αιτήματα επιστροφής χρημάτων.
Εξετάστηκαν επίσης περιπτώσεις στις οποίες χρησιμοποιούνταν διαφορετικά μέσα πληρωμής ή λογαριασμοί του εξωτερικού, καθώς και επιστροφές χρημάτων από διαφορετικούς παρόχους προς τον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, σε ορισμένες περιπτώσεις τα ποσά που διακινήθηκαν δεν συμβάδιζαν με τη φορολογική και οικονομική εικόνα των εμπλεκόμενων προσώπων, ενώ μέρος των κεφαλαίων φέρεται να συνδεόταν και με απάτες.
Η συγκεκριμένη πρακτική βρίσκεται πλέον στο μικροσκόπιο των αρμόδιων αρχών, με στόχο την ενίσχυση των μηχανισμών εντοπισμού ύποπτων συναλλαγών.






