Με αιχμηρή ανακοίνωσή του, το Σωματείο Ρητινοκαλλιεργητών – Δασεργατών Νομού Ευβοίας ασκεί έντονη κριτική στην πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βόρεια Εύβοια, υποστηρίζοντας ότι η εικόνα που παρουσιάστηκε απέχει σημαντικά από την καθημερινότητα που βιώνουν οι κάτοικοι της πυρόπληκτης περιοχής.
Στην ανακοίνωσή του, με τίτλο «Η Βόρεια Εύβοια δεν είναι προεκλογικό σκηνικό», το Σωματείο αναφέρει ότι ο πρωθυπουργός δεν επισκέφθηκε πυρόπληκτα χωριά, ούτε συναντήθηκε με ρητινεργάτες, δασεργάτες, αγρότες, κτηνοτρόφους και μελισσοκόμους που εξακολουθούν, όπως υποστηρίζει, να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2021.
Παράλληλα, κάνει λόγο για μια «προσεκτικά οργανωμένη περιοδεία», ενώ αναφέρεται και στην παρουσία αστυνομικών δυνάμεων κατά τη διάρκεια της επίσκεψης, θέτοντας ερωτήματα για την αναγκαιότητα των μέτρων ασφαλείας.
Το Σωματείο εκφράζει ακόμη την αντίθεσή του στις κυβερνητικές αναφορές περί ανάκαμψης της περιοχής, υποστηρίζοντας ότι εκατοντάδες εργαζόμενοι εξακολουθούν να απασχολούνται μέσω ειδικού προγράμματος χωρίς διασφαλισμένο εργασιακό μέλλον, με αποδοχές που –όπως αναφέρει– υπολείπονται ακόμη και του κατώτατου μισθού και χωρίς επίδομα επικινδυνότητας.
Μεταξύ των αιτημάτων που διατυπώνει είναι η άμεση υπογραφή της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης για αύξηση των αποδοχών στα 1.250 ευρώ μικτά, η χορήγηση επιδόματος επικινδυνότητας και η αυτόματη αναπροσαρμογή των αποδοχών με βάση τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού.
Αναφορά γίνεται και στις δομές Υγείας της περιοχής, με το Σωματείο να υποστηρίζει ότι οι νέες υποδομές πρέπει να συνοδεύονται από μόνιμο και επαρκές προσωπικό, εκφράζοντας προβληματισμό για τη στελέχωση της Μονάδας Τεχνητού Νεφρού και τη λειτουργία του Αξονικού Τομογράφου.
Κλείνοντας την ανακοίνωσή του, το Διοικητικό Συμβούλιο τονίζει ότι οι κατακτήσεις των τελευταίων ετών προήλθαν μέσα από συλλογικούς αγώνες και κινητοποιήσεις, υπογραμμίζοντας ότι οι κάτοικοι της Βόρειας Εύβοιας θα συνεχίσουν να διεκδικούν τις απαραίτητες παρεμβάσεις για να μπορούν να ζουν και να εργάζονται στον τόπο τους.





