Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και ιστορικά πασχαλινά έθιμα της Εύβοιας αναβιώνει και φέτος στο Αλιβέρι, με τον χορό της Καμάρας να δίνει το δικό του ξεχωριστό στίγμα τη Δευτέρα του Πάσχα.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 13 Απριλίου 2026 στις 19:00, στο προαύλιο του Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Γεωργίου στο Αλιβέρι, με τη διοργάνωση να ανήκει στον Δήμο Κύμης – Αλιβερίου.
Ο χορός της Καμάρας αποτελεί ένα έθιμο με ιστορία που ξεπερνά τα 160 χρόνια, καθώς οι ρίζες του εντοπίζονται περίπου στο 1860. Οι συμμετέχοντες συγκεντρώνονται στον προαύλιο χώρο του ναού, φορώντας στο πέτο ένα κόκκινο γαρύφαλλο, και στήνουν τον παραδοσιακό χορό.
Ξεχωριστό στοιχείο του εθίμου είναι η απαγγελία των στίχων από το δημοτικό τραγούδι «Της Άρτας το γεφύρι», με έναν από τους συμμετέχοντες να ξεκινά και τους υπόλοιπους να επαναλαμβάνουν, δημιουργώντας μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που συνδυάζει παράδοση και συλλογική μνήμη.
Η προέλευση του εθίμου συνδέεται με την περίοδο ανέγερσης του ναού του Αγίου Γεωργίου, όταν Ηπειρώτες τεχνίτες φέρονται να χόρεψαν το συγκεκριμένο τραγούδι κατά την αποπεράτωση του έργου, αφήνοντας μια παράδοση που διατηρείται ζωντανή μέχρι σήμερα.
Τι είναι ο χορός της Καμάρας
Γράφει ο Γιώργος Τζάνης- Πρόεδρος του Τ.Τ.Α. της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών
Ο χορός της Καμάρας είναι ένα έθιμο του Αλιβερίου που πραγματοποιείται πάντα τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, στο προαύλιο του Μητροπολιτικού Ναού Αγίου Γεωργίου Αλιβερίου.
Συνδέεται άμεσα με την αποπεράτωση της ανοικοδόμησης του δευτέρου ναού του «Αγίου Γεωργίου» στο Αλιβέρι. Όταν δηλαδή απεφάσισαν περί το 1863 οι προπάτορές μας, αρκετά χρόνια μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους (1833), να χτίσουν τον Αι Γιώργη, έφεραν μαστόρους Ηπειρώτες (Αρτινούς ) και μετά το τέλος των εργασιών, έμπλεοι από χαρά, χόρεψαν ένα δικό τους χορό ,το χορό της Καμάρας.
Ο λόγος που καλέστηκαν οι Ηπειρώτες μάστορες (μπουλούκια) ήταν γιατί αυτοί, είχαν ήδη αποκτήσει μια αξιοθαύμαστη εξειδίκευση στο χτίσιμο τοξωτών γεφυριών, από τις αρχές του 18ου αιώνα, χτίζοντας περίτεχνα πέτρινα τοξωτά αριστουργήματα, αρχικά στην περιοχή τους και αργότερα σ’ ολόκληρη την Ελλάδα (Εικ.1).

Το αρχαιότερο γεφύρι της Άρτας χρονολογείται από το 1602. Αυτό έγινε στα πλαίσια άνθισης της λαϊκής Αρχιτεκτονικής αλλά και της λαϊκής τέχνης γενικότερα, από τις αρχές του 18ου αιωνα, λόγω, κυρίως, της παραχώρησης σχετικών προνομίων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μελετώντας κανείς, ακόμα και σήμερα το σύνολο των πέτρινων τοξοτών γεφυριών πανελλαδικά, βλέπουμε ότι η περιοχή της Ηπείρου υπερέχει συντριπτικά σε πυκνότητα. έναντι της υπόλοιπης χώρας. Από μια αξιοθαύμαστη «στατική διαίσθηση», οι Ηπειρώτες μάστορες, νωρίς αντελήφθησαν ότι οι τοξωτοί φορείς επιτρέπουν κατασκευή μεγάλων ανοιγμάτων χωρίς ενδιάμεση στήριξη και σιδερένιο οπλισμό. Αυτό, μέχρι η μετέπειτα τεχνολογία οπλισμένου σκυροδέματος κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιτρέψει στην οικοδομική τέχνη τη κατασκευή επίπεδων φορέων μεγάλων ανοιγμάτων.
Οι Ηπειρώτες (Άρτινοί), λοιπόν, μάστορες (πρωτομάστορας, πελεκάνοι, χτίστες, μαστορόπουλα), όταν τελείωσαν την ανοικοδόμηση του εν λόγω ναού, μετά από κοπιώδη εργασία, για να δηλώσουν την χαρά τους, κυρίως γιατί θα επέστρεφαν στις οικογένειες τους, χόρεψαν έναν δικό τους χορό, έναν αργόσυρτο χορό στα τρία, τον οποίο και σήμερα χορεύουν οι Ηπειρώτες, τραγουδώντας το πασίγνωστο στην Ελλάδα ως «Το τραγούδι του γεφυριού της Άρτας». Τον ευκαιριακό αυτό χορό τον αποδέχθηκαν οι Αλιβεριώτες, τον συνέχισαν διαμορφώνοντας τα τσακίσματα στο τέλος των δύο ημιστιχίων του κάθε στίχου, όρισαν να είναι στη μέση των χορευτών ο κορυφαίος του χορού, του έδωσαν θεατρικότητα με τις κινήσεις και το κόκκινο γαρίφαλο στην κομβιοδόχη, και τον καθιέρωσαν να «τελείται» την δεύτερη ημέρα του Πάσχα και όχι στην εορτή του Αγίου Γεωργίου, αρχικά στην Παναγίτσα και αργότερα στον αύλειο χώρο του ναού του «Αγίου Γεωργίου» (Εικ.2,3,4).



Συμπερασματικά, λοιπόν, μπορούμε να πούμε ότι ο ναός του «Αγίου Γεωργίου» στο Αλιβέρι, χτίσθηκε κατά τα έτη 1864-1866 από Ηπειρώτες μάστορες, οι οποίοι στο τέλος των εργασιών τους, όντας χαρούμενοι, κυρίως γιατί θα επέστρεφαν στις οικογένειες τους, χόρεψαν έναν δικό τους χορό, τον χορό της Καμάρας. Αυτός ο χορός, σιγά-σιγά, καθιερώθηκε από τους Αλιβεριώτες να «τελείται» κάθε δεύτερη ημέρα του Πάσχα, και όχι κατά την εορτή του «Αγίου Γεωργίου», όπως θα έπρεπε. Στηρίζεται στα λόγια του «Τραγουδιού του γεφυριού της Άρτας» με την παρεμβολή τσακισμάτων. Πίσω από τον χορό της Καμάρας δεν κρύβεται κανένα αρχαιοελληνικό δρώμενο, όπως ισχυρίζονται κάποιοι, γιατί ο χορός αυτός ήταν εξωγενής και ευκαιριακός.
Εκεί στην Άρτα ίσως υπάρχει η βάση κάποιου δρώμενου για τον εξευμενισμό του πνεύματος του ποταμού, όχι όμως στο Αλιβέρι.
Ας δούμε πως περιγράφει το έθιμο, με το δικό του τρόπο, ο αείμνηστος Ευστάθιος Γλάρος, που τόσο αγάπησε το Αλιβέρι, σε άρθρο του που δημοσίευσε το Αρχείο Ευβοϊκών Σπουδών στον τόμο ΚΖ το 1986:
«Την δεύτερη μέρα του Πάσχα, ημέρα της αγάπης, ύστερα από την λειτουργία στον περίβολο της εκκλησίας του Αϊ Γιώργη σχεδόν όλο το χωριό πιασμένο χέρι-χέρι χόρευε τον χορό της καμάρας. Μπροστά όπως κάθε χρόνο, ο μπάρμπα-Γιώργης ο Παλαιολόγος (συμβολαιογράφος) με το στριμμένο μουστάκι του, και την βροντερή φωνή,
… «Σαράντα πέντε μάστοροι , μωρ’ έβγα δες,»……τον κάθε στίχο τον επανα-λάμβαναν όλοι μαζί.
Άμα τελείωνε ο χορός σύσσωμοι με τα όργανα πηγαίνανε απέναντι στα πάνω αλώνια, μια ειδυλλιακή τοποθεσία με θέα προς την θάλασσα του Ευβοϊκού και συνεχίζανε το γλέντι δύο μερόνυχτα. Τα αθώα γραϊδια καθόντουσαν στα σκαμνιά και καμαρώνανε τις λεβεντονιές τους με την Κουμιώτικη στολή, και τη λυγερή κορμοστασιά τους που ερωτοτροπούσαν με τα παλικάρια. Οι νεαροί επεδίδοντο σε αγωνίσματα, όπως τρέξιμο, πάλη, λιθάρι, απλούν, τριπλούν, χορεύανε τον δικό τους χορό «ντίρι, ντίρι, κλωτσαντίρι» εκτινάζοντες τα πόδια προς τα πίσω. Τα πιτσιρίκια παίζανε με τα κοϊνια και τα κιτσέτσικα, χτυπιτάκι με πενταροδεκάρες, και η ατμόσφαιρα βούϊζε και πεντοβόλαγε από τα σουβλιστά αρνιά και τα κοκορέτσια.
Πολλοί το βράδυ ξαπλώνανε στις κουρελούδες να ξεκουραστούν , και το πρωί συνεχίζανε τον χορό και το φαγοπότι. Ο μακαρίτης γερο-Ρουμπής είχε στήσει την καλύβα με το εμπόρευμα του . Πούλαγε ρούμι κρασί σαρδέλες, λουκούμια ,καραμέλες, τσιγάρα, Τσιχριτσί, Καραβασίλη κ.λ.π . Και το γλέντι συνεχιζότανε με αμείωτη ένταση.
Τη δεύτερη μέρα , μετά τη δύση του ηλίου, τελείωνε το γλέντι. Μαζί με τα όργανα , κάνανε μια βόλτα στο χωριό και κατέληγαν στην κεντρική πλατεία για να πιουν το καφεδάκι τους και να χορέψουν τον αποχαιρετιστήριο χορό, με παρατεταμένα χειροκροτήματα και ευχές. «Καλή νύχτα συμπέθερε, καλή νύχτα ξάδερφε, καλή νύχτα κουμπάρα, καλή νύχτα παππού, καλή νύχτα γιόκα μου και του χρόνου…………………..»
Ο Ναός του Αγίου Γεωργίου στο Αλιβέρι
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο σημερινός μητροπολιτικός ναός του Αγίου Γεωργίου στο Αλιβέρι, οικοδομήθηκε το 1864-66, είναι ο δεύτερος ναός στην ίδια θέση που υπήρχε ο προηγούμενος μεταβυζαντινός αφιερωμένος επίσης στον Άγιο Γεώργιο, για τον οποίο δυστυχώς ελάχιστα γνωρίζουμε.
Το 1852 ο Al. Rangabé είδε στο κατώφλι του ιερού του Αγίου Γεωργίου επιγραφή με το ιερό νόμο του
Απόλλωνος την οποία και δημοσίευσε την ίδια χρονιά.
Το 1857 στην πράξη Κ.Δ./2-10- 1857 του βιβλίου πρακτικών των συνεδριάσεων του τότε Δήμου Δυστίων που εξέδωσε σε βιβλίο το Τοπικό Τμήμα Αλιβερίου της Εταιρείας Ευβοϊκών Σπουδών το 2010, υπάρχουν δύο εγγραφές στον προϋπολογισμό:
Α. έσοδα από ενοίκια των δύο οικιών του ναού του Αγίου Γεωργίου 141 δραχμές και
Β. έξοδα για λάδι και λοιπά για την εκκλησία Άγιος Γεώργιος 141 δραχμές .
Συνεπώς πολύ πριν το 1852, που ο Al. Rangabe είδε ενσωματωμένη στο υπέρθυρο την επιγραφή με τον ιερό νόμο του Απόλλωνα, υπήρχε άλλος ναός του Αγίου Γεωργίου πιθανότατα μεταβυζαντινός (Τουρκοκρατία) στην ίδια θέση.
Ο πρώτος αυτός ναός του Αγίου Γεωργίου κατεδαφίστηκε περί το 1863, για να ξεκινήσει το 1864 η κατασκευή του δεύτερου ναού, η επιγραφή με τον το ιερό Νόμο του Απόλλωνα χάθηκε και στη θέση του ξεκίνησε περί το 1864 η ανοικοδόμηση του σημερινού ναού του Αγ. Γεωργίου από τους Ηπειρώτες μαστόρους. Η ανοικοδόμηση του νέου Ναού συμπίπτει με τον ερχομό του Γεωργίου του Α ως βασιλιά της Ελλάδος το 1863, όταν τα πολιτικά πράγματα ηρέμησεων και ο Δήμος Δυστίων μπορούσε να διαθέσει από τα χρήματα του αποθεματικού του για ένα ναό. Η χρονολόγοι στην οποία κάνει ο Ευστ. Γλάρος «Άρχισε να χτίζεται το 1864» είναι κοντά στην πραγματικότητα αν λάβουμε υπόψη τόσο τα τεχνοτροπικά στοιχεία του ναού (Εικ. 5), όσο και τα στοιχεία από το αρχιτεκτονικό περιβάλλον του ναού (Εικ.6,7,8) (οικίες χτισμένος από τους ίδιους Ηπειρώτες μάστορες, τοξωτά υπέρθυρα και άλλα).




Ο ναός του Αγίου Γεωργίου φέρει στη βορειοδυτική και νοτιοδυτική γωνία της στέγης του δύο μικρά ψευδοκωδωνοστάσια και επι της στέγης του ως ακρωτήριο, σταυρό μαρμάρινο με τριφυλλόσχημες κεραίες (Εικ.9.10).


Ο σταυρός πατάει πάνω σε βάθρο διακοσμημένο με ανθέμιο (Εικ.11). Και τα τρία αυτά στοιχεία είναι έργα έργα των Ηπειρωτών μαστόρων και βρίσκονται εκεί όπου αρχικά τοποθετήθηκαν.

Τέλος στην εξωτερική κόγχη του ιερού υπάρχει λιθανάγλυφο με βυζαντινή παράσταση δικέφαλου αετού (Εικ. 12) που, ίσως είναι υλικό σε δεύτερη χρήση (σπόλιο) από τον προηγούμενο πρώτο μεταβυζαντινό ναό.

Το ίδιο φαίνεται να ισχύει και για την δημοσιευθείσα εντοιχισμένη στο υπέρθυρο του πρώτου ναού επιγραφή με τον ιερό νόμο του Απόλλωνα, επαναχρησιμοποιήθηκε δηλαδή, ως υλικό που προέκυψε από κατεδάφιση αρχαίου ναού , ίσως αφιερωμένο στον Απόλλωνα. Υπόθεση αρκετά πιθανή αφ’ ενός λόγω της επιγραφής με τον Ιερό Νόμο του Απόλλωνα, αφ’ ετέρου γιατί στις Αρχαίες Ταμύνες , ο Απόλλωνας , η Λητώ και η Άρτεμις ήταν οι τρείς Θεοί που προτιμούσαν για τη λατρεία τους οι Ταμυναίοι, όπως μαρτυρεί αναθηματική επιγραφή σε βάση αγάλματος που βρέθηκε δίπλα στο πύργο του ΑΗΣ Αλιβερίου τη δεκαετία του 50 και δημοσιεύθηκε από τον A d o l f W i l h e l m το 1954 :
«Κλεοκράτεια Ἀπολήξιδος τὸν αὑτῆς ἄνδρα καὶ Ἀρκέριμος καὶ Φιλιστίδης τῶν αὑτῶν πατέρα Ξενοχάρην Ἀρκερίμῳ Ἀρτέμιδι Ἀπόλλωνι Λητοῖ».
Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι, σύμφωνα με την παράδοση και συγκλίνουσες πηγές, η ανέγερση του ναού ναού του Αγ. Γεωργίου από τους Ηπειρώτες ήταν αρκετά περιπετειώδης λόγω οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν, για την εξόφληση των Ηπειρωτών μαστόρων. Συγκεκριμένα:
«…, και στη θέση του άρχισε να κτίζεται ο νέος ναός το 1863 η ’64, από Ηπειρώτες μαστόρους, αλλά σταμάτησε λόγω έλλειψης χρημάτων.
Οι μαστόροι έφυγαν και για να ξαναρθούν να συνεχίσουν την αποπεράτωση του ναού, κάποιος έπρεπε να εγγυηθεί ότι θα πάρουν τα χρήματα τους.. αυτό το έκανε τότε, ο φεουδάρχης Δημήτρης Νίκας η Γιαρούλης.
Οι μαστόροι αυτοί, του έφτιαξαν και ένα μεγάλο αρχοντικό, το οποίο είχε μέσα πατητήρι σταφυλιών, αχυρώνα, μεγάλο πηγάδι με πολλά δέντρα…-.μουριές τζιτζιφιές, και ήταν κτισμένο μεσα σ’ ένα μεγάλο οικοδομικό τετράγωνο, το οποίο ξεκινούσε από την σημερινή πλατεία Λιγνιτωρύχου, συνέχιζε μέχρι στην Αγία Μαρίνα, οικία Σαλιάρη και ανέβαινε μέχρι την οικία Σπύρου Παναγιώτη.
Στην είσοδο της οικίας είχε δυο μαρμάρινες επιγραφές που έγραφαν….
Ω ΟΙΚΕ ΣΗΜΕΡΟΝ ΕΜΟΥ ΑΥΡΙΟΝ ΕΤΕΡΟΥ ΚΑΙ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΝΟΣ»
Συμπερασματικά από τα παραπάνω προκύπτει σαφέστατα ότι το έθιμο της καμάρας στο Αλιβέρι, συνδέεται άρρηκτα με την ανέγερση του δεύτερου ναού του Αγίου Γεωργίου.
Ο χορός της Καμάρας πρέπει να διατηρήσει την αρχική του απλότητα, τον αυθορμητισμό και την αμεσότητα, γιατί αν στυλιζαρισθεί και ορισθούν κανόνες τότε θα γίνει φολκλόρ, που σταδιακά θα εκλείψει.
Ο σημερινός περικαλής μητροπολιτικός Ναός του Αγ. Γεωργίου , θεωρείται προφανώς
Νεώτερο Μνημείο κοσμεί την πόλη και λόγω της δεσπόζουσας θέσης του, είναι ισχυρό σημείο αναφοράς του Αλιβερίου.
Για τον Ναό αυτό, όπως επίσης και για τον προηγούμενο πρώτο μεταβυζαντινό ναό τού ιδίου Αγίου που κατεδαφίστηκε το 1863, αλλά και για τον αρχαιότερο –πιθανώς του Απόλλωνα- που ίσως υπήρξε, χρειάζεται περαιτέρω εκτεταμένη αρχαιολογική έρευνα, έτσι ώστε να τεκμηριωθεί πλήρως η ιστορικότητα του (των) μνημείου (ων) και να καλυφθούν τα μεγάλα κενά στην ελλιπή γνώση που έχουμε γι αυτά.
Απρίλης του 2024
Γιώργος Τζάνης
Πρόεδρος του ΤΤΑ της ΕΕΣ






